Η υπόθεση που περιγράφεται εδώ είναι πραγματική. Για την προστασία της οικογένειας, τα προσωπικά στοιχεία έχουν αποκρυφθεί και ορισμένες επιμέρους πληροφορίες έχουν τροποποιηθεί, ώστε να μην είναι δυνατή η ταυτοποίηση των ανθρώπων που εμπλέκονται. Η ουσία, ωστόσο, της υπόθεσης παραμένει πραγματική και αναδεικνύει ένα σοβαρό ζήτημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική Πολιτεία αναγνωρίζει και προστατεύει οικογένειες που έχουν δημιουργηθεί με ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
Πρόκειται για ένα ζευγάρι δύο γυναικών που αποφάσισαν να δημιουργήσουν οικογένεια και απέκτησαν παιδιά με τη χρήση δότη σπέρματος. Η καθεμία από τις δύο γυναίκες κυοφόρησε και γέννησε ένα παιδί και τα παιδιά μεγαλώνουν μαζί, μέσα στην ίδια οικογένεια, με τις δύο γυναίκες να μοιράζονται καθημερινά τη φροντίδα και την ευθύνη της ανατροφής τους. Από τη γέννησή τους, τα παιδιά έχουν δύο γονείς που είναι παρόντες στη ζωή τους, συμμετέχουν στις αποφάσεις που τα αφορούν, φροντίζουν για την υγεία και την εκπαίδευσή τους και μοιράζονται όλες τις πρακτικές και συναισθηματικές ευθύνες που συνοδεύουν την ανατροφή ενός παιδιού. Η οικογενειακή πραγματικότητα, επομένως, είναι απολύτως σαφής και δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης από τα ίδια τα μέλη της οικογένειας.
Το πρόβλημα προκύπτει όταν αυτή η πραγματικότητα συναντά το νομικό πλαίσιο. Η γυναίκα που κυοφορεί και γεννά το παιδί αναγνωρίζεται ως μητέρα, ενώ η άλλη γυναίκα, παρά το γεγονός ότι συμμετέχει από τη γέννηση στην ανατροφή του παιδιού και αποτελεί τον άλλο γονέα στην πραγματική οικογενειακή ζωή, δεν αποκτά αυτομάτως την ίδια νομική σχέση συγγένειας. Η κατάσταση αυτή δεν είναι απλώς μια λεπτομέρεια του οικογενειακού δικαίου. Σημαίνει ότι η πραγματική γονεϊκή σχέση μπορεί να προηγείται της νομικής αναγνώρισής της και ότι ο ένας από τους δύο ανθρώπους που μεγαλώνουν το παιδί χρειάζεται να ακολουθήσει μια πρόσθετη διαδικασία προκειμένου να αποκτήσει πλήρη νομική υπόσταση ως γονέας.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τη νομοθετική αναγνώριση της ισότητας στον γάμο το 2024. Η αλλαγή αυτή αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα προς την ισότητα και τη θεσμική αναγνώριση διαφορετικών μορφών οικογενειακής ζωής. Δεν σημαίνει, όμως, ότι όλα τα ζητήματα που αφορούν τη γονεϊκότητα επιλύθηκαν αυτομάτως. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις παιδιών που γεννιούνται μέσω ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, η σχέση του παιδιού με τη γυναίκα που δεν κυοφόρησε δεν δημιουργείται κατ’ ανάγκη αυτομάτως μόνο και μόνο επειδή οι δύο γυναίκες είναι σύζυγοι και μεγαλώνουν μαζί το παιδί.
Η ίδια η Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής έχει επισημάνει το συγκεκριμένο ζήτημα, διευκρινίζοντας ότι η προσφυγή ζευγαριών γυναικών σε μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη δημιουργία συγγένειας του παιδιού και με τις δύο γυναίκες. Έτσι, ενώ η οικογένεια μπορεί να είναι πλήρως συγκροτημένη στην καθημερινή της ζωή, η νομική σχέση του παιδιού με τον δεύτερο γονέα μπορεί να χρειάζεται να θεμελιωθεί μέσω διαφορετικής διαδικασίας.
Στην υπόθεση αυτή, η διαδικασία που ακολουθείται είναι η τεκνοθεσία. Ο όρος έχει σημασία, επειδή περιγράφει μια διαδικασία η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφορά τη δημιουργία μιας οικογένειας από την αρχή, αλλά την απόκτηση πλήρους νομικής αναγνώρισης μιας γονεϊκής σχέσης που ήδη υπάρχει στην πράξη. Ο άνθρωπος που καλείται να τεκνοθετήσει δεν είναι ένας άγνωστος προς το παιδί ενήλικας που πρόκειται να εμφανιστεί για πρώτη φορά στη ζωή του. Είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται δίπλα του από τη γέννησή του και συμμετέχει καθημερινά στην ανατροφή του. Η τεκνοθεσία, επομένως, δεν έρχεται να δημιουργήσει την οικογένεια αλλά να αποκαταστήσει, εκ των υστέρων, τη νομική της αναγνώριση.
Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει τα στάδια και τις προϋποθέσεις που προβλέπει το ισχύον δίκαιο, μεταξύ των οποίων κοινωνική έρευνα και αξιολόγηση των υποψήφιων θετών γονέων. Η ύπαρξη τέτοιων διαδικασιών έχει έναν σαφή και σημαντικό σκοπό όταν πρόκειται να αποφασιστεί εάν ένας άνθρωπος είναι κατάλληλος να αναλάβει τη φροντίδα ενός παιδιού με το οποίο μέχρι τότε δεν είχε γονεϊκή σχέση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, το ερώτημα αποκτά διαφορετική διάσταση, καθώς δεν πρόκειται για την αξιολόγηση ενός ανθρώπου που πρόκειται να αναλάβει για πρώτη φορά έναν γονεϊκό ρόλο, αλλά για την αξιολόγηση ενός ανθρώπου που ήδη ασκεί αυτόν τον ρόλο στην καθημερινή ζωή του συγκεκριμένου παιδιού.
Ιδιαίτερη ευαισθησία απαιτείται και ως προς την αξιολόγηση της ψυχικής υγείας. Το θεσμικό πλαίσιο της τεκνοθεσίας προβλέπει την εξέταση στοιχείων που αφορούν την υγεία, την προσωπικότητα, τις συνθήκες ζωής και γενικότερα την καταλληλότητα των υποψήφιων γονέων. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε οικογένεια ή κάθε δεύτερος γονέας υποβάλλεται αυτομάτως σε συγκεκριμένης διάρκειας ψυχιατρική παρακολούθηση. Η εξάμηνη προθεσμία που προβλέπεται στο σχετικό πλαίσιο αφορά την κοινωνική έρευνα και την υποβολή της σχετικής έκθεσης και δεν πρέπει να παρουσιάζεται γενικά ως υποχρεωτική εξάμηνη ψυχιατρική παρακολούθηση. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η αναλογικότητα μιας διαδικασίας αξιολόγησης όταν ο άνθρωπος που αξιολογείται έχει ήδη μεγαλώσει το παιδί από τη γέννησή του και η γονεϊκή σχέση του είναι ήδη καθημερινά υπαρκτή.
Από την άποψη του παιδιού, η κατάσταση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η νομική αναγνώριση και των δύο γονέων δεν αποτελεί απλώς μια συμβολική επιβεβαίωση της οικογενειακής τους ταυτότητας. Συνδέεται με την καθημερινή προστασία του παιδιού, με τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων για την υγεία και τη φροντίδα του, με τη γονική μέριμνα, με τα περιουσιακά και κληρονομικά δικαιώματα και με την προστασία του σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας, ατυχήματος ή θανάτου ενός από τους ανθρώπους που το μεγαλώνουν. Όσο η γονεϊκή σχέση του ενός από τους δύο γονείς παραμένει σε εκκρεμότητα, δημιουργείται μια πραγματική νομική αβεβαιότητα, η οποία δεν αφορά μόνο τον ενήλικα αλλά και το ίδιο το παιδί.
Η συζήτηση, επομένως, δεν πρέπει να οδηγηθεί σε μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε εκείνους που υποστηρίζουν την προστασία των παιδιών και σε εκείνους που υποστηρίζουν την ισότητα των οικογενειών. Η προστασία των παιδιών και η ισότητα των οικογενειών είναι αλληλένδετες. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν ένα παιδί προστατεύεται περισσότερο όταν ο άνθρωπος που το μεγαλώνει από τη γέννησή του χρειάζεται να περάσει από μια διαδικασία τεκνοθεσίας ή όταν το νομικό σύστημα διαθέτει έναν τρόπο να αναγνωρίζει εξαρχής και χωρίς περιττή καθυστέρηση τη γονεϊκή σχέση που ήδη υπάρχει.
Η Ελλάδα έχει κάνει ένα σημαντικό βήμα με τη νομοθετική αναγνώριση της ισότητας στον γάμο, όμως η οικογενειακή ισότητα δεν ολοκληρώνεται με την αναγνώριση της ισότητας στον γάμο. Η ισότητα κρίνεται και από το τι συμβαίνει όταν ένα παιδί γεννιέται, από το ποιοι αναγράφονται ως γονείς του, από το ποιος μπορεί να το εκπροσωπεί, ποιος μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για την υγεία του και ποιος προστατεύεται νομικά ως γονέας σε μια κρίσιμη στιγμή. Η πραγματική ισότητα αποτυπώνεται τελικά όχι μόνο στις μεγάλες νομοθετικές αλλαγές, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο το κράτος καταγράφει και αντιμετωπίζει τις πραγματικές οικογένειες.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει αυτή την αντίφαση με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο. Από τη μία πλευρά υπάρχει μια οικογένεια που ζει, μεγαλώνει παιδιά, μοιράζεται ευθύνες και λειτουργεί ως οικογένεια κάθε ημέρα. Από την άλλη υπάρχει ένα νομικό σύστημα που εξακολουθεί να απαιτεί από έναν από τους γονείς να ακολουθήσει μια διαδικασία προκειμένου να αποκτήσει την πλήρη νομική αναγνώριση μιας σχέσης που υπάρχει ήδη από τη γέννηση του παιδιού.
Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, δεν είναι αν το κράτος πρέπει να προστατεύει τα παιδιά ούτε αν πρέπει να υπάρχουν διαδικασίες ελέγχου στις περιπτώσεις όπου ένας άνθρωπος πρόκειται να αναλάβει για πρώτη φορά την ανατροφή ενός παιδιού. Το ερώτημα είναι εάν η Πολιτεία μπορεί να δημιουργήσει ένα νομικό πλαίσιο που να αναγνωρίζει τις διαφορετικές οικογενειακές πραγματικότητες χωρίς να μετατρέπει την ήδη υπάρχουσα γονεϊκότητα σε μια σχέση που πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύεται και να εγκρίνεται εκ των υστέρων.
Η οικογένεια που περιγράφεται εδώ δεν ζητά από την Πολιτεία να της επιτρέψει να γίνει οικογένεια. Είναι ήδη οικογένεια. Δεν ζητά να της δημιουργήσει έναν γονέα. Ο γονέας αυτός υπάρχει ήδη στη ζωή του παιδιού. Ζητά να αναγνωριστεί νομικά η πραγματικότητα που υπάρχει και να αποκτήσει το παιδί την πλήρη προστασία που θα έπρεπε να έχει από την πρώτη ημέρα της ζωής του.
Τελικά, το ζήτημα είναι πολύ μεγαλύτερο από μία διαδικασία τεκνοθεσίας. Αφορά το δικαίωμα μιας οικογένειας να αναγνωρίζεται από την Πολιτεία ως αυτό που είναι. Όταν μια οικογένεια υπάρχει στην πραγματική ζωή, αλλά η οικογενειακή της πραγματικότητα δεν αποτυπώνεται εξαρχής και πλήρως στα επίσημα βιβλία και μητρώα του κράτους, δημιουργείται ένα βαθύ θεσμικό κενό ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και στη νομική της αναγνώριση. Η ισότητα δεν μπορεί να περιορίζεται στην άδεια να υπάρχει μια οικογένεια στην ιδιωτική της ζωή· σημαίνει ότι η Πολιτεία οφείλει να την αναγνωρίζει, να την καταγράφει και να προστατεύει όλα τα μέλη της με τον ίδιο τρόπο. Μια οικογένεια που υπάρχει στην κοινωνία δεν μπορεί να θεωρείται ότι υπάρχει μόνο μέχρι εκεί που επιτρέπουν τα βιβλία του κράτους.






