Η Διαταραχή Ταυτότητας Φύλου (Gender Identity Disorder, GID), παρ’ όλο που καταχωρήθηκε ως διαταραχή στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο (DSM) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, δεν αποτελεί διαταραχή καθαυτή. Τα προβλήματα που εμφανίζονται προκύπτουν κυρίως από τον κοινωνικό αποκλεισμό, την προκατάληψη και την έλλειψη αποδοχής.
Η έννοια της «διαταραχής ταυτότητας φύλου» βασίστηκε στην έντονη δυσφορία που μπορεί να νιώθει ένα άτομο απέναντι στο ανατεθέν φύλο του. Ο όρος Gender Identity Disorder εισήχθη στο DSM-IV, αντικαθιστώντας τον παλαιότερο όρο «τρανσεξουαλισμός». Η αλλαγή αυτή επιχειρούσε μεγαλύτερη κλινική ακρίβεια, ωστόσο συνέχισε να παθολογικοποιεί τρανς ταυτότητες. Σύμφωνα με τότε έρευνες, η «διαταραχή» φαινόταν να εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα που είχαν ανατεθεί αρσενικό φύλο κατά τη γέννηση, χωρίς όμως να υπάρχουν επαρκή επιστημονικά δεδομένα. Οι θεωρίες για υποτιθέμενες «αιτίες» περιλάμβαναν βιολογικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες, αν και καμία δεν έχει τεκμηριωθεί με συνέπεια.
Το κοινωνικό και το βιολογικό φύλο
Η αντίληψη ότι το βιολογικό/ανατομικό φύλο ταυτίζεται πάντα με το κοινωνικό φύλο είναι λανθασμένη. Ο John Money επιχείρησε να εξηγήσει την ασυμφωνία μεταξύ των δύο εισάγοντας τον όρο Gender Maps (έμφυλοι χάρτες), προτείνοντας ότι ο εγκέφαλος «χαρτογραφεί» τη θηλυκότητα και την αρρενωπότητα.
Ωστόσο, το μοντέλο του Money έχει δεχθεί εκτεταμένη και δικαιολογημένη κριτική, καθώς μεγάλο μέρος του ερευνητικού και «θεραπευτικού» του έργου βασίστηκε σε κακοποιητικές πρακτικές.
Η πιο γνωστή περίπτωση είναι εκείνη του David Reimer, στον οποίο ο Money επέβαλε επώδυνες, μη συναινετικές ψυχολογικές και σωματικές παρεμβάσεις, επιχειρώντας να «επιβάλει» φύλο. Η υπόθεση Reimer θεωρείται πλέον ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα επιστημονικής κακοποίησης, αποκαλύπτοντας τον βαθιά προβληματικό χαρακτήρα του μοντέλου του Money και τη βλάβη που προκάλεσε σε πολλές ζωές.
Παρά τις προσεγγίσεις του Money, η εμπειρία πολλών ατόμων δείχνει ότι η αντίληψη του φύλου μπορεί να διαμορφωθεί πολύ νωρίς, ακόμη και από την ηλικία των τεσσάρων ετών. Αυτό υπογραμμίζει πως οι έμφυλες ταυτότητες δεν μπορούν να εξηγηθούν μέσα από απλοϊκά ή αυταρχικά μοντέλα «χαρτογράφησης».
Βιολογικές, κοινωνικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις
Η βιολογική θεωρία εστιάζει σε πιθανές νευρολογικές ή ορμονικές διαφορές, ενώ η κοινωνική θεωρία αποδίδει κεντρικό ρόλο στην κοινωνική μάθηση και την αποδοχή. Η εξελικτική ψυχολογία εξετάζει την ανάπτυξη της αντίληψης του φύλου ως μια διεργασία που κατασκευάζεται μέσα στο πεδίο.
Έρευνες έχουν αναφέρει διαφοροποιήσεις στη λειτουργία του υποθάλαμου τρανς ατόμων, χωρίς όμως τα ευρήματα αυτά να έχουν καταστεί οριστικά ή αδιαμφισβήτητα. Σημαντικό είναι ότι η δυσφορία που βιώνουν πολλά τρανς άτομα δεν προκύπτει από «βιολογική παθολογία» αλλά από το κοινωνικό πλαίσιο.
Ο ρόλος της κοινωνικής αποδοχής
Αυτό που μετατρέπει τη δυσφορία φύλου σε δυσφορία που μοιάζει με «κλινικό» πρόβλημα είναι η έλλειψη κοινωνικής αποδοχής. Ο στιγματισμός, η προκατάληψη και οι διακρίσεις δημιουργούν αισθήματα ντροπής, φόβου και αποκλεισμού. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η δυσφορία εντείνεται και εμφανίζεται ως σύμπτωμα, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει εγγενής παθολογία στην ταυτότητα φύλου του ατόμου.
Η κοινωνική αλλαγή αποτελεί το κεντρικό θεραπευτικό και πολιτικό ζητούμενο. Με την εξάλειψη του στιγματισμού και του κοινωνικού αποκλεισμού, η δυσφορία φύλου θα μειωθεί σημαντικά, καθώς η πηγή της έντασης δεν βρίσκεται στην ταυτότητα του ατόμου αλλά στις κοινωνικές αντιδράσεις απέναντί του. Είναι πιθανό ότι, μελλοντικά, τα διαγνωστικά εγχειρίδια θα αναθεωρηθούν προς μια λιγότερο παθολογικοποιητική κατεύθυνση, οδηγώντας τελικά στην απομάκρυνση του όρου «διαταραχή ταυτότητας φύλου» από την κλινική πρακτική.
Πάρβη Πάλμου, Ψυχοθεραπεύτρια
ΣΥΔ (2012)
No comments:
Post a Comment
Note: Only a member of this blog may post a comment.