Friday, January 23, 2026

Το Queer το Εξώτερον

 Πάρβη Πάλμου

Τι συμβαίνει όταν το Queerness γίνεται αποδεκτό ως έννοια, αλλά όχι ως σώμα;

Εισαγωγή

Στα σύγχρονα πανεπιστήμια και επαγγελματικά περιβάλλοντα, το queer έχει αποκτήσει θέση ως έγκυρος θεωρητικός λόγος. Όροι όπως queer theory και φεμινισμός συζητούνται ανοιχτά σε σεμινάρια και συνέδρια. Παρατηρείται όμως ένα παράδοξο. Ενώ το queer γίνεται δεκτό στο επίπεδο της θεωρίας, η ενσώματη παρουσία και η επιτέλεσή του συχνά αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητη ή ανάρμοστη. Πολλά queer πρόσωπα που εργάζονται σε θεσμούς, σε ακαδημαϊκούς χώρους, σε υπηρεσίες υγείας, σε ψυχοθεραπευτικά περιβάλλοντα, νιώθουν ότι χρειάζεται να αποσιωπούν ή να μετριάζουν την ταυτότητά τους για να θεωρούνται επαγγελματίες. Σε ορισμένα πλαίσια, η αποκάλυψη μιας queer ταυτότητας εκλαμβάνεται ως παραβίαση επαγγελματικών ορίων, σαν το queer να μην αναγνωρίζεται ως ταυτότητα, αλλά να μειώνεται σε κάτι ακατάλληλο που αφορά αποκλειστικά το σεξ. Έτσι, οι ανοιχτά queer παρουσίες ωθούνται μεταφορικά στο σκότος το εξώτερον, δηλαδή εκτός του κύκλου της αποδεκτής κανονικότητας.

Το παρόν άρθρο εξετάζει αυτή την αντίφαση. Αναλύει έννοιες όπως το passing και το covering, δηλαδή τρόπους με τους οποίους LGBTQI πρόσωπα αποκρύπτουν ή μετριάζουν την  ποικιλομορφία τους. Εξετάζει επίσης την ομοκανονικότητα, homonormativity, και τις πολιτικές ευπρέπειας, respectability politics, δηλαδή τις πιέσεις για συμμόρφωση με ετεροκανονικά πρότυπα σεβαστού βίου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, στο πώς αναπαράγουν ή αμφισβητούν αυτά τα φαινόμενα, στο πώς μπορούν να σταθούν θεραπευτικά, δεοντολογικά και πολιτικά, χωρίς να μετατρέπουν την κανονικοποίηση σε θεραπευτικό ιδανικό.

Στο κέντρο του κειμένου βρίσκεται ένα ερώτημα. Τι συμβαίνει όταν το queerness επιτρέπεται ως θεωρητικός όρος, αλλά όχι ως ενσώματη, βιωμένη εμπειρία έκφρασης φύλου.

Τι εννοούμε εδώ με το Queerness;

Στο άρθρο αυτό, το queerness χρησιμοποιείται ως όρος που περιγράφει ένα φάσμα εμπειριών, σωμάτων, σχέσεων, εκφράσεων φύλου και σεξουαλικότητας, που δεν χωρά ή δεν θέλει να χωρέσει στα κανονιστικά σχήματα. Δεν υπονοείται ότι όλα τα queer πρόσωπα έχουν μια συγκεκριμένη αισθητική ή μια έντονη εξωτερική έκφραση. Το queerness δεν είναι dress code. Είναι τρόπος ύπαρξης, σχέσης, θέσης στο πεδίο, που μπορεί να είναι ορατός ή μη ορατός, ήσυχος ή έντονος, διακριτικός ή εκφραστικός.

Υπάρχουν όμως πολλές περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο θα ήθελε να εκφραστεί πιο ελεύθερα και δεν το κάνει, όχι από αδιαφορία, αλλά από φόβο, επαγγελματικό ρίσκο, ανάγκη αποδοχής, ανάγκη επιβίωσης. Αυτό το άρθρο μιλά κυρίως για αυτές τις περιπτώσεις. Μιλά για την ένταση ανάμεσα στην επιθυμία έκφρασης και στους κανόνες του πεδίου που τιμωρούν την έκφραση, ακόμη και όταν επαινούν τον λόγο περί συμπερίληψης.


Passing και Covering, όταν η αποδοχή αφορά μόνο τον λόγο

Στις δεκαετίες πριν την εξάπλωση των κινημάτων απελευθέρωσης, πολλά LGBTQI πρόσωπα πιέζονταν ανοιχτά να μεταστρέψουν ή να θεραπεύσουν τη σεξουαλικότητά τους. Με την πρόοδο των δικαιωμάτων, αυτή η βάναυση απαίτηση μεταστροφής υποχώρησε, δίνοντας τη θέση της σε μια άλλη απαίτηση, την απαίτηση για passing. Passing σημαίνει να περνάει κανείς ως ετεροφυλόφιλος και cis, κρύβοντας πλήρως την ταυτότητά του. Είναι μια στρατηγική απόκρυψης που έχει ιστορία, πολιτική και κόστος.

Στη συνέχεια, εμφανίζεται μια πιο λεπτή, αλλά εξίσου πιεστική πρακτική, το covering. Covering σημαίνει να χαμηλώνεις τον τόνο μιας κοινωνικά δυσμενώς κρυμμένης ταυτότητας, ώστε να ταιριάζει στο κυρίαρχο ρεύμα. Σε αντίθεση με το passing, εδώ δεν απαιτείται να αρνηθείς ότι είσαι queer, απαιτείται να μην το δείχνεις. Είναι το γνώριμο κοινωνικό μήνυμα, εντάξει μπορείς να είσαι queer, αλλά μην μας το φέρνεις μπροστά μας.

Το covering εμφανίζεται σε πολλές μορφές. Εμφανίζεται στην εμφάνιση, όταν ένα πρόσωπο αποφεύγει στοιχεία που νιώθει ότι θα διαβαστούν ως πολύ queer. Εμφανίζεται στη συμμετοχή σε κοινότητες, όταν αποφεύγονται χώροι, εκδηλώσεις ή πολιτισμικές αναφορές της LGBTQI κουλτούρας. Εμφανίζεται στον ακτιβισμό, όταν αποφεύγεται η πολιτική τοποθέτηση γιατί θα θεωρηθεί υπερβολική ή ενοχλητική. Εμφανίζεται στη συναναστροφή, όταν περιορίζονται δημόσιες εκδηλώσεις σχέσης, στοργής, οικειότητας, όταν αποφεύγεται να φανεί ποιος ή ποια είναι σημαντικός άνθρωπος στη ζωή ενός προσώπου.

Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας ιεραρχίας ανάμεσα σε καλά και κακά queer πρόσωπα, ανάλογα με το πόσο αφομοιώνονται σε ετεροκανονικά πρότυπα. Τα διακριτικά, αυτά που δείχνουν όμοια με τους στρέιτ, επιβραβεύονται ως κοινωνικά αποδεκτά. Όσα είναι πιο εμφανή, πιο εκφραστικά, πιο μη συμμορφωμένα, αντιμετωπίζονται ως προβληματικά. Έτσι, ακόμη και μετά το coming out, ένα πρόσωπο μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με νέες απαιτήσεις, ωραία το είπαμε, τώρα φρόντισε να μη φαίνεται.

Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι αυτές οι πρακτικές αντικατοπτρίζουν μια συνθήκη όπου το queerness γίνεται αποδεκτό μόνο ως θεωρητική ιδιότητα, ως κάτι αόρατο που δεν διαταράσσει το σκηνικό. Η ενσώματη queer έκφραση, η ζωντανή της εμφάνιση σε συμπεριφορά, στυλ, σχέσεις, τόνο, χειρονομίες, φωνή, σώμα, αντιμετωπίζεται συχνά ως απειλή για την ευπρέπεια. Η κοινωνία, και συχνά οι θεσμοί, λένε ναι στο είναι, αλλά δυσκολεύονται στο κάνω, ναι στη γνώση, αλλά όχι στην παρουσία.

Ομοκανονικότητα και πολιτικές ευπρέπειας, όταν η αφομοίωση γίνεται προαπαιτούμενο

Συγγενείς με το covering είναι οι έννοιες της ομοκανονικότητας και των πολιτικών ευπρέπειας, που λειτουργούν σε συλλογικό επίπεδο. Η ομοκανονικότητα, homonormativity, περιγράφει την τάση ενός μέρους της LGBTQI κοινότητας να υιοθετεί και να προβάλλει ετεροκανονικά πρότυπα ζωής και σχέσεων. Σε αυτή τη λογική, η αποδοχή υπόσχεται να έρθει όταν τα LGBTQI πρόσωπα μοιάσουν αρκετά στην κυρίαρχη εικόνα, ζευγάρι, οικογένεια, κατανάλωση, αστική ευπρέπεια, χαμηλό πολιτικό φορτίο. Δεν προτείνεται ριζική ανατροπή, προτείνεται μια συμφιλίωση με τις κυρίαρχες αξίες.

Αυτό έχει συνέπειες. Πρόσωπα που δεν χωρούν σε αυτό το καλούπι, τρανς πρόσωπα, μη δυαδικά πρόσωπα, queer πρόσωπα, POC, μη μονογαμικά πρόσωπα, πρόσωπα που εργάζονται στο σεξ, πρόσωπα που ζουν σε περιθώρια, συχνά θεωρούνται εμπόδιο στην κοινωνική αποδοχή των πιο σεβαστών ομόφυλων. Η ομοκανονικότητα δημιουργεί ιεραρχίες εντός της κοινότητας, και συχνά ενθαρρύνει έναν ανταγωνισμό, ένα infight, όπου κάποια queer πρόσωπα ζητούν από άλλα να κρυφτούν ή να σιωπήσουν για να μην χαλάσουν την εικόνα.

Οι πολιτικές ευπρέπειας, respectability politics, λειτουργούν συμπληρωματικά. Πρόκειται για τη στρατηγική όπου μέλη μιας περιθωριοποιημένης ομάδας προσπαθούν να κερδίσουν σεβασμό και δικαιώματα, επιδεικνύοντας μια υπεράνω πάσης υποψίας εικόνα, σύμφωνη με τα πρότυπα της πλειονότητας. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε προσταγές, ντύσου σοβαρά, φέρσου κανονικά, μην φέρνεις σε δύσκολη θέση τους στρέιτ, μην είσαι υπερβολικός, μην είσαι πολύ ορατός, μην είσαι πολύ θηλυπρεπής, μην είσαι πολύ τρανς, μην είσαι πολύ.

Το πρόβλημα είναι διπλό. Πρώτον, ο σεβασμός που κερδίζεται μέσω συμμόρφωσης είναι εύθραυστος και υπό όρους. Δεύτερον, οι πολιτικές ευπρέπειας μετακυλίουν την ευθύνη του αποκλεισμού στο ίδιο το πρόσωπο, αν δεν σε σέβονται, ίσως φταις εσύ που δεν παρουσιάζεις μια αρκετά σεβαστή εικόνα. Αυτό είναι ένας μηχανισμός εσωτερίκευσης της ομοφοβίας και της τρανσφοβίας. Τα queer πρόσωπα μαθαίνουν να λογοκρίνουν τον εαυτό τους για χάρη της ηρεμίας των άλλων.

Όταν ο επαγγελματισμός είναι Eτεροκανονικός

Στα επαγγελματικά πλαίσια, η ομοκανονικότητα και οι πολιτικές ευπρέπειας εμφανίζονται ως άτυποι κανόνες ετεροεπαγγελματισμού, heteroprofessionalism. Η ίδια η ιδέα του καλού επαγγελματία συχνά περιλαμβάνει την προσδοκία ότι το πρόσωπο είναι, ή τουλάχιστον παρουσιάζεται ως, ετεροφυλόφιλο και cis. Η εταιρική ή θεσμική κουλτούρα, ακόμη και όταν δηλώνει συμπεριληπτική, μπορεί να απαιτεί από περιθωριοποιημένα πρόσωπα να ρυθμίζουν σώμα και παρουσία σύμφωνα με κανονιστικά πρότυπα για να θεωρούνται πλήρως αποδεκτά.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μια έντονα queer παρουσία, για παράδειγμα ένα πρόσωπο με μακιγιάζ σε ένα αυστηρά επιστημονικό περιβάλλον, ή ένα τρανς πρόσωπο που δεν περνά εύκολα ως cis, μπορεί να θεωρηθεί διατάραξη της τάξης, όχι επειδή υπάρχει γραπτός κανόνας που την απαγορεύει, αλλά επειδή συγκρούεται με την αισθητική της κανονικότητας. Τα σώματα και οι εκφράσεις που αποκλίνουν από τη συμβατική ευπρέπεια δεν ταιριάζουν με την εικόνα του σωστού επαγγελματία και έτσι αποκλείονται σιωπηρά, με μηχανισμούς αξιολόγησης, υπαινιγμούς, χιούμορ, αποστασιοποίηση, και τελικά με αποκλεισμό από κύρος, δίκτυα, ευκαιρίες.

Σε αυτό το σημείο, το queerness γίνεται αποδεκτό ως λόγος, και τιμωρείται ως σώμα. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η κεντρική σου ιδέα. Μπορεί να μιλά κανείς για queerness, ή για queer πολιτικές, και ταυτόχρονα να έχει ενσωματώσει μια πειθαρχική λειτουργία που απαιτεί από τον εαυτό του, και από άλλα queer πρόσωπα, να κανονικοποιούνται για να είναι αποδεκτά. Αυτό δεν είναι απλώς προσωπική αντίφαση. Είναι το αποτέλεσμα ενός πεδίου που ανταμείβει τη συμμόρφωση και εκπαιδεύει τα πρόσωπα να αυτοαστυνομεύονται.

Ο ρόλος των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, πώς στεκόμαστε απέναντι σε αυτό

Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας έχουν κρίσιμο και λεπτό ρόλο. Βρίσκονται στη θέση είτε να αναπαράγουν πιέσεις κανονικοποίησης, είτε να βοηθήσουν LGBTQI πρόσωπα να απεμπλακούν από αυτές. Το βασικό ερώτημα είναι πώς στεκόμαστε απέναντι στην ένταση ανάμεσα στην ψυχική υγεία και στις απαιτήσεις της ευπρέπειας.

Η ψυχολογία αναγνωρίζει όλο και περισσότερο ότι το να κρύβεις ποιό ή ποια/ποιός είσαι έχει σημαντικό ψυχολογικό κόστος. Η θεωρία του μειονοτικού στρες περιγράφει πώς το χρόνιο άγχος που σχετίζεται με στιγματισμό, προκατάληψη, αναμονή απόρριψης, εσωτερίκευση αρνητικών μηνυμάτων, και ανάγκη απόκρυψης, συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης και γενικότερης δυσφορίας. Ειδικά στον χώρο εργασίας, η ενεργή απόκρυψη ταυτότητας, μέσα από ψέματα, υπεκφυγές, ή συνεχή επαγρύπνηση για το τι λέγεται και τι φαίνεται, έχει συνδεθεί με υψηλότερο στρες, χαμηλότερη εργασιακή ικανοποίηση και πιο επιφανειακές σχέσεις. Με απλά λόγια, το τίμημα του passing και του covering είναι βαρύ. Το να μην μπορείς να είσαι ο εαυτός σου δεν είναι βιώσιμη συνταγή ευημερίας.

Εδώ χρειάζεται μεγάλη θεραπευτική λεπτότητα. Δεν υπάρχει μια εύκολη, ηρωική απάντηση, που να λέει βγες παντού και πάντα. Σε κάποιες περιπτώσεις, η απόκρυψη είναι προστασία. Ιδιαίτερα όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο θεραπευτικός στόχος είναι η κανονικοποίηση. Ο θεραπευτικός στόχος είναι να αποδομηθεί η ντροπή, να ενισχυθεί η αυτοσυμφωνία, να αναγνωριστεί η πραγματικότητα του πεδίου, και να στηριχθεί η ικανότητα επιλογής. Το πρόσωπο χρειάζεται να μπορεί να διαλέξει, πότε, πού, σε ποιον, και με τι κόστος, και να μη νιώθει ότι η επιβίωση προϋποθέτει μόνιμη αυτομείωση.

Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας χρειάζεται επίσης να αναγνωρίζουν πότε οι ίδιοι γίνονται φορείς πολιτικών ευπρέπειας, ακόμη και άθελά τους. Για παράδειγμα, όταν προτείνεται σε ένα τρανς πρόσωπο να ντυθεί πιο ουδέτερα για να μην έχει πρόβλημα, αυτό μπορεί να μοιάζει πρακτική συμβουλή. Μπορεί όμως να λειτουργήσει και ως μήνυμα ότι η ταυτότητα είναι ασύμβατη με την επιτυχία. Το κλειδί είναι να μην μεταφέρεται όλο το βάρος προσαρμογής στο ίδιο το πρόσωπο. Χρειάζεται να τίθεται και το ερώτημα του περιβάλλοντος. Τι παράγει τον κίνδυνο, τι παράγει την απειλή, τι παράγει την ανάγκη για covering.

Ένας σημαντικός τρόπος θεραπευτικής στάσης είναι η ενδυνάμωση των LGBTQI προσώπων να διεκδικήσουν χώρο ως πλήρεις, ορατοί εαυτοί, με τους δικούς τους ρυθμούς και τα δικά τους όρια. Αυτό σημαίνει δουλειά με την εσωτερίκευση, με τη φωνή που λέει δεν ανήκω εδώ αν δεν κρύψω κομμάτια μου. Σημαίνει δουλειά με το σώμα, με την ασφάλεια, με την επιθυμία, με την ανάσα της έκφρασης, με την επιτρεπτικότητα, με την αποκατάσταση μιας σχέσης όπου το queernes δεν είναι κάτι που πρέπει να διορθωθεί, αλλά κάτι που αξίζει να ζήσει.

Υπάρχει και ένας δεύτερος άξονας. Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ως πρόσωπα που συμμετέχουν σε θεσμούς, έχουν και ρόλο εντός του πεδίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι επιβάλλεται να ασχοληθούμε  με τον ακτιβισμό σε κάθε στιγμή. Σημαίνει όμως ότι αναγνωρίζουμε μικροεπιθέσεις, σχόλια, υπαινιγμούς, σιωπές, και μορφές πειθάρχησης, και ότι δεν τις περνάμε ως κανονικότητα. Σημαίνει ότι υπερασπιζόμαστε τη δυνατότητα της ενσώματης διαφοράς να υπάρχει χωρίς να τιμωρείται. Σημαίνει ότι εκπαιδεύουμε ομάδες, επιτροπές, συναδέλφους, ότι δημιουργούμε γλώσσα και πλαίσια που δεν ζητούν από τα queer πρόσωπα να μικρύνουν.

Συμπέρασμα, τι εννοούμε τελικά με το εξώτερον

Ο ευαγγελικός όρος, το σκότος το εξώτερον, παραπέμπει στο έξω, εκεί όπου στέκονται όσοι δεν έχουν θέση στο συμπόσιο. Η μεταφορά εδώ δεν αφορά μια παλιά, ωμή απόρριψη. Αφορά έναν εκλεπτυσμένο και θεσμικά αποδεκτό τρόπο αποκλεισμού. Όταν το queerness επιτρέπεται ως θεωρία, αλλά όχι ως σώμα, ως παρουσία, ως έκφραση φύλου, τότε δεν μιλάμε για πραγματική συμπερίληψη. Μιλάμε για συμπερίληψη υπό όρους. Μιλάμε για ένα πεδίο που λέει, μίλα για το queer, αλλά μην το επιτελείς.

Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, το εξώτερον δεν εξαφανίζεται. Μετακινείται. Δεν είναι πια ο κραυγαλέος αποκλεισμός. Είναι ο αποκλεισμός μέσα από κανόνες ευπρέπειας, αισθητικής, επαγγελματικής κανονικότητας. Είναι ο αποκλεισμός που μιλά προοδευτικά, αλλά λειτουργεί πειθαρχικά. Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο, γιατί μοιάζει με αποδοχή, ενώ συχνά παράγει σιωπή.

Το ερώτημα λοιπόν για εμάς, ως πρόσωπα του χώρου της ψυχικής υγείας, δεν είναι αν θα είμαστε υπέρ ή κατά της συμπερίληψης. Είναι αν θα αναγνωρίσουμε πότε η συμπερίληψη ζητά ως τίμημα την αυτομείωση. Είναι αν θα στηρίξουμε την ενσώματη εμπειρία του queerness, όχι μόνο τη θεωρητική συζήτησή του. Είναι αν μπορούμε να είμαστε με τα πρόσωπα, όχι μόνο με τους όρους.

Βιβλιογραφία

Beagan, B. L., Daley, A., Poteat, T., Goldberg, L., Johnson, J., MacLeod, A., Nelson, E., St. Pierre, M., Veldhuis, C. B. (2022). LGBTQ+ identity concealment and disclosure within the heteronormative health professions, Do I, Do I not, And what are the potential consequences. SSM, Qualitative Research in Health, 2, 100114.

Duggan, L. (2002). The New Homonormativity, The Sexual Politics of Neoliberalism. In R. Castronovo, D. D. Nelson, editors, Materializing Democracy, Toward a Revitalized Cultural Politics. Duke University Press, pages 175 to 194.

Goffman, E. (1963). Stigma, Notes on the Management of Spoiled Identity. Prentice Hall.

Holman, E. G., Ogolsky, B. G., Oswald, R. F. (2021). Concealment of a Sexual Minority Identity in the Workplace, The Role of Workplace Climate and Identity Centrality. Journal of Homosexuality, 69, 9.

Higginbotham, E. B. (1993). Righteous Discontent, The Women’s Movement in the Black Baptist Church, 1880 to 1920. Harvard University Press.

Meyer, I. H. (2003). Prejudice, social stress, and mental health in lesbian, gay, and bisexual populations, Conceptual issues and research evidence. Psychological Bulletin, 129, 5, 674 to 697.

Yoshino, K. (2002). Covering. The Yale Law Journal, 111, 4, 769 to 939.

Yoshino, K. (2006). Covering, The Hidden Assault on Our Civil Rights. Random House.

Davies, A. W. J., Neustifter, R. (2023). Heteroprofessionalism in the academy, The surveillance and regulation of queer faculty in higher education. Journal of Homosexuality, 70, 6, 1030 to 1054.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ShareThis