Υπάρχει ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα που δεν αφορά μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και την Ελλάδα: ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένες επιστημονικές υποθέσεις γύρω από την ταυτότητα φύλου παρουσιάστηκαν ως επιστημονικά δεδομένα και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν για να επηρεάσουν την κλινική πρακτική, την πολιτική υγείας και τελικά τη ζωή τρανς και έμφυλα διαφορετικών ανθρώπων.
Στην Ελλάδα, η θεωρία των προγεννητικών ορμονών έχει υποστηριχθεί δημόσια από Έλληνες ψυχιάτρους μέσα από τηλεοπτικές συνεντεύξεις, ενώ Έλληνες ψυχολόγοι συμμετείχαν στη διαδικασία και στη δημόσια συζήτηση γύρω από το Cass Review. Υπήρξε, δηλαδή, ελληνική παρουσία και ελληνική επιστημονική υποστήριξη αυτής της προσέγγισης.
Γι’ αυτό έχει σημασία να εξετάσουμε τι πραγματικά γνωρίζουμε.
Κυρίως, τι συμβαίνει όταν μια υπόθεση παρουσιάζεται ως επιστημονικό συμπέρασμα πριν επιβεβαιωθεί επαρκώς.
Η θεωρία της «κοινωνικής μετάδοσης»
Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες υποθέσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί στη σύγχρονη συζήτηση για την ταυτότητα φύλου είναι η λεγόμενη Contagion Theory ή θεωρία της «κοινωνικής μετάδοσης».
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η αύξηση των νέων ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως τρανς ή έμφυλα διαφορετικοί θα μπορούσε να εξηγείται από την επιρροή συνομηλίκων, των κοινωνικών δικτύων, του διαδικτύου ή άλλων κοινωνικών παραγόντων.
Η υπόθεση αυτή έχει αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική και δημόσια σημασία. Όμως η νέα μελέτη σε δίδυμα έρχεται να προσθέσει ένα πολύ διαφορετικό κομμάτι στην εικόνα.
Τι έδειξε η νέα μελέτη σε δίδυμα;
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 463 ζεύγη διδύμων, αποτελώντας μία από τις πιο εκτεταμένες αναλύσεις αυτού του είδους.
Η βασική λογική των μελετών διδύμων είναι σχετικά απλή: οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι έχουν σε μεγάλο βαθμό το ίδιο γενετικό υλικό, ενώ οι διζυγωτικοί δίδυμοι μοιράζονται κατά μέσο όρο περίπου το 50% των γονιδίων τους.
Εάν ένα χαρακτηριστικό παρουσιάζει μεγαλύτερη συμφωνία στους μονοζυγωτικούς από ό,τι στους διζυγωτικούς διδύμους, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι οι γενετικοί παράγοντες συμβάλλουν στη διαμόρφωσή του.
Αυτό ακριβώς παρατηρήθηκε.
Από τα 222 ζεύγη μονοζυγωτικών διδύμων, τα 47 ζεύγη, δηλαδή 21,2%, ήταν σύμφωνες ως προς την τρανς ή ευρύτερα έμφυλα διαφοροποιημένη ταυτότητα.
Στους διζυγωτικούς διδύμους, η αντίστοιχη συμφωνία ήταν 21 από τα 241 ζεύγη, δηλαδή 8,7%.
Η διαφορά ήταν στατιστικά σημαντική.
Η συμφωνία, επομένως, ήταν περίπου 2,6 φορές υψηλότερη στους μονοζυγωτικούς από ό,τι στους διζυγωτικούς διδύμους.
Σε σύγκριση με μια εκτιμώμενη συχνότητα περίπου 1% στον γενικό πληθυσμό, τα ευρήματα δείχνουν μια σαφή σχέση ανάμεσα στον βαθμό γενετικής ομοιότητας και στην πιθανότητα συμφωνίας ως προς την έμφυλα διαφοροποιημένη ταυτότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι «ένα γονίδιο προκαλεί την τρανς ταυτότητα».
Σημαίνει ότι η γενετική συμβολή δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Όχι μόνο γονίδια, αλλά ούτε και «κοινωνική μετάδοση»
Η μελέτη δεν προτείνει μια απλή γενετική εξήγηση.
Όπως συμβαίνει με πολλά σύνθετα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, οι ερευνητές αναγνωρίζουν την αλληλεπίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Αυτό όμως είναι πολύ διαφορετικό από το να υποστηρίζεται ότι οι τρανς ταυτότητες μπορούν να εξηγηθούν κυρίως ως αποτέλεσμα κοινωνικής επιρροής ή «μετάδοσης».
Η μεγαλύτερη συμφωνία μεταξύ μονοζυγωτικών διδύμων αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχει κληρονομική συμβολή.
Επομένως η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από το απλοϊκό σχήμα:
«Το είδε στο TikTok, επηρεάστηκε και έγινε τρανς».
Η θεωρία των προγεννητικών ορμονών
Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία της νέας έρευνας.
Μία προηγούμενη μελέτη είχε προτείνει ότι οι προγεννητικές ορμόνες του ενός διδύμου θα μπορούσαν να επηρεάζουν την ανάπτυξη της ταυτότητας φύλου του άλλου.
Η υπόθεση αυτή απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα στη συζήτηση γύρω από το Cass Review.
Η νέα μελέτη εξέτασε αυτή την υπόθεση σε πολύ μεγαλύτερο δείγμα.
Οι ερευνητές συνέκριναν ζεύγη διδύμων ίδιου και διαφορετικού φύλου κατά τη γέννηση.
Στους διζυγωτικούς διδύμους, όπου μπορούσε να γίνει η συγκεκριμένη σύγκριση, η συμφωνία ήταν 9,2% στα ζεύγη ίδιου φύλου και 8,2% στα ζεύγη διαφορετικού φύλου.
Η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική.
Με άλλα λόγια, η νέα μελέτη δεν βρήκε στοιχεία που να υποστηρίζουν την υπόθεση ότι η προγεννητική ορμονική έκθεση από τον έναν δίδυμο επηρεάζει τον σχηματισμό της ταυτότητας φύλου του άλλου.
Το Cass Review και η συγκεκριμένη υπόθεση
Το Cass Review χρησιμοποίησε προηγούμενα ευρήματα για να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην υπόθεση ότι οι περιβαλλοντικές επιδράσεις κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να αποτελούν πιθανότερη εξήγηση για την ανάπτυξη της δυσφορίας φύλου από ό,τι η γενετική.
Η νέα μελέτη όμως επισημαίνει ότι η προηγούμενη έρευνα είχε πολύ μικρότερο αριθμό διδύμων και σημαντικούς μεθοδολογικούς περιορισμούς.
Ακόμη πιο σημαντικό: οι ίδιοι οι ερευνητές της προηγούμενης μελέτης είχαν επισημάνει την ανάγκη αναπαραγωγής των ευρημάτων τους.
Η νέα μελέτη έκανε ακριβώς αυτό και δεν αναπαρήγαγε το συγκεκριμένο εύρημα.
Αντίθετα, σε πολύ μεγαλύτερο δείγμα, δεν βρέθηκε η διαφορά μεταξύ διδύμων ίδιου και διαφορετικού φύλου που θα αναμενόταν εάν η συγκεκριμένη υπόθεση για τις προγεννητικές ορμόνες ήταν σωστή.
Η αυτοκτονικότητα των τρανς νέων
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η ψυχική υγεία και ο κίνδυνος αυτοκτονικότητας των τρανς και έμφυλα διαφορετικών νέων.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι νέοι με δυσφορία ή ασυμφωνία φύλου αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο ψυχικής επιβάρυνσης, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονικού ιδεασμού σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Η ανεξάρτητη εξέταση των δεδομένων στο Ηνωμένο Βασίλειο σημειώνει ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρείται ο κίνδυνος υψηλός, ενώ παράλληλα επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος της υπάρχουσας βιβλιογραφίας για τον κίνδυνο αυτοκτονίας είναι μεθοδολογικά αδύναμο.
Οι παράγοντες που συνδέονται με αυτή την αυξημένη επιβάρυνση περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προκατάληψη και τον εκφοβισμό, την απομόνωση, τις οικογενειακές συγκρούσεις, καθώς και προβλήματα ψυχικής υγείας όπως η κατάθλιψη και το άγχος.
Εδώ όμως χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση.
Η συζήτηση γύρω από το Ηνωμένο Βασίλειο έχει κατά καιρούς συνδεθεί με ισχυρισμούς ότι υπήρξε μεγάλη αύξηση των αυτοκτονιών μεταξύ νέων που είχαν απευθυνθεί στην υπηρεσία φύλου του Tavistock. Η ανεξάρτητη ανασκόπηση του Louis Appleby, ωστόσο, κατέληξε ότι δεν υπήρξε αύξηση των αυτοκτονιών στην υπηρεσία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος αυτοκτονικότητας δεν είναι πραγματικός. Σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί όταν μετατρέπουμε τον αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικότητας σε ισχυρισμούς για συγκεκριμένες αιτίες ή για την αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων θεραπειών.
Το ίδιο το διαθέσιμο κυβερνητικό υλικό αναγνωρίζει ότι η σχέση ανάμεσα στην αυτοκτονικότητα και στις παρεμβάσεις για τη δυσφορία φύλου παραμένει δύσκολο να αποσαφηνιστεί, καθώς μεγάλο μέρος των δεδομένων είναι χαμηλής ποιότητας και έχει υψηλό κίνδυνο μεροληψίας.
Αυτό έχει τεράστια σημασία.
Δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε την υψηλή αυτοκτονικότητα των τρανς νέων ως επιχείρημα εναντίον των ίδιων των τρανς νέων.
Ούτε μπορούμε να θεωρούμε αυτονόητο ότι η ταυτότητα φύλου αποτελεί την αιτία της αυτοκτονικότητας.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται περισσότερη και καλύτερη φροντίδα, όχι λιγότερη.
Όταν μια υπόθεση γίνεται πολιτική
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η συζήτηση ξεφεύγει από το καθαρά ακαδημαϊκό επίπεδο.
Μία επιστημονική υπόθεση είναι υπόθεση.
Δεν γίνεται αυτομάτως επιστημονικό γεγονός επειδή συμπεριλαμβάνεται σε μια μεγάλη έκθεση.
Όταν υτή η υπόθεση χρησιμοποιείται στη συνέχεια για να επηρεάσει την πρόσβαση παιδιών και εφήβων σε υπηρεσίες υγείας, το επίπεδο της επιστημονικής τεκμηρίωσης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Το ίδιο ισχύει και για τη θεωρία της «κοινωνικής μετάδοσης».
Εάν δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να αποδειχθεί ότι η τρανς ταυτότητα «μεταδίδεται» κοινωνικά, τότε η θεωρία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε βεβαιότητα και να χρησιμοποιείται ως βάση για περιορισμούς στην υγειονομική φροντίδα.
Η επιστήμη οφείλει να αντέχει στην αναπαραγωγή
Η αξία της νέας μελέτης δεν βρίσκεται στο ότι προσφέρει μια νέα «τελική απάντηση» για την προέλευση της ταυτότητας φύλου.
Δεν το κάνει.
Οι ίδιοι οι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες.
Η αξία της βρίσκεται στο ότι ελέγχει μια συγκεκριμένη υπόθεση.
Όταν να αποτέλεσμα δεν αναπαράγεται, αυτό πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.
Η επιστήμη δεν μπορεί να λειτουργεί επιλέγοντας μόνο τα ευρήματα που επιβεβαιώνουν μια ήδη διαμορφωμένη θέση.
Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε μια μικρή μελέτη όταν μας εξυπηρετεί και να αγνοούμε μια πολύ μεγαλύτερη μελέτη όταν τα αποτελέσματά της δεν συμφωνούν με την αφήγησή μας.
Οι συνέπειες δεν είναι θεωρητικές
Πίσω από όλες αυτές τις συζητήσεις υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι.
Τρανς παιδιά, έφηβοι και οικογένειες.
Άνθρωποι που περιμένουν να τους ακούσει ένας επαγγελματίας υγείας.
Άνθρωποι που μπορεί να αντιμετωπίσουν καθυστερήσεις, αμφισβήτηση της ταυτότητάς τους ή αποκλεισμό από υπηρεσίες.
Γι’ αυτό η επιστημονική ακρίβεια δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι ζήτημα δεοντολογίας.
Η νέα μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η ταυτότητα φύλου είναι «γενετική». Δεν αποδεικνύει ότι το περιβάλλον δεν έχει καμία σημασία. Δεν δίνει μία και μοναδική βιολογική εξήγηση.
Δείχνει όμως ότι υπάρχει σημαντική γενετική συμβολή και ότι δεν βρέθηκαν στοιχεία που να στηρίζουν την υπόθεση της προγεννητικής ορμονικής επίδρασης από τον έναν δίδυμο στον άλλο.
Αυτό είναι ένα σημαντικό δεδομένο που δεν μπορεί να παρακαμφθεί.
Η τρανς ταυτότητα δεν είναι κοινωνική μεταδοτική ασθένεια.
Δεν είναι αποτέλεσμα μιας μόδας.
Δεν είναι κάτι που «κολλάει».
Καμία επιστημονική έκθεση δεν μπορεί να μετατρέψει μια μη επαρκώς τεκμηριωμένη υπόθεση σε επιστημονική αλήθεια.
Πηγές
Το PDF της μελέτης:
Using twin data to examine heritable and intrauterine hormonal influences on transgender and gender diverse identities — Scientific Reports
The Cass Review – Final Report:
Independent Review of Gender Identity Services for Children and Young People – Final Report
Ανεξάρτητη ανασκόπηση για τις αυτοκτονίες στο Tavistock:
Review of suicides and gender dysphoria at the Tavistock and Portman NHS Foundation Trust